Ένα από τα σπουδαιότερα μέσα κοινωνικής επαφής που χρησιμοποιούμε είναι η γλώσσα.

Η γλώσσα λοιπόν είναι ένα όργανο με το οποίο μπορούμε να εκφραστούμε αλλά και να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω μας. Το γεγονός ότι μπορούμε να επικοινωνούμε και χωρίς την ομιλία, δείχνει πόσο πολύπλοκο σύστημα είναι.

Η επικοινωνία περιλαμβάνει:

  • τη μη λεκτική επικοινωνία, όπου δε γίνεται χρήση προφορικού λόγου αλλά της γλώσσας του σώματος.
  • τη λεκτική επικοινωνία όπου έχουμε τον προφορικό ή γραπτό λόγο.

Για να μπορέσει ένα παιδί να μιλήσει τη μητρική του γλώσσα, πρέπει πρώτα  να καταλάβει τον συμβολικό χαρακτήρα της, δηλαδή το γεγονός ότι οι λέξεις αντιπροσωπεύουν ιδέες, αντικείμενα, γεγονότα, δραστηριότητες κ.τ.λ.

Τα πρώτα 4-5 χρόνια της ζωής τους όλα τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης κατορθώνουν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα με τρόπο, ώστε όχι μόνο να εκφράζονται και να γίνονται κατανοητά από τους άλλους ,αλλά και για να ερμηνεύσουν και να κατανοήσουν τα μηνύματα που προσλαμβάνουν από τους γύρω τους. Αυτό το διάστημα είναι εντυπωσιακά μικρό, αν αναλογιστεί κανείς πόσο πολύπλοκη είναι αυτή η διαδικασία και το αποτέλεσμα.

Mother and her son are posing in the studio and wearing casual clothes

Τα παιδιά όμως δεν μαθαίνουν τη γλώσσα από μόνα τους.

Μαθαίνουν να επικοινωνούν σταδιακά καθώς τα σημαντικά πρόσωπα στη ζωή τους περνούν χρόνο μαζί τους. Επικοινωνείτε με το παιδί από την πρώτη στιγμή της γέννησής του – ακόμη και όσο βρίσκετε στην κοιλίτσα σας – και μέσω αυτού του είδους της επικοινωνίας αναπτύσσεται ένας ισχυρός δεσμός.

Όταν τα παιδιά ξεκινάνε να μιλάνε έχουν ακόμα πολλά να μάθουν σχετικά με τη γλώσσα και πώς να τη χρησιμοποιούν. Κατανόηση, δεξιότητες συνομιλίας, γραμματική, λεξικό και η ικανότητα να χρησιμοποιούν τη γλώσσα σαν εργαλείο σκέψης και μάθησης παίρνει χρόνια να αναπτυχθεί και να βελτιωθεί.

Όλη αυτή η διαδικασία είναι πολύ πιο δύσκολη για τα παιδιά που έχουν κάποια γλωσσική δυσκολία, όπως επίκτητη παιδική αφασία, ΔΕΠ-Υ ή νοητική υστέρηση. Σε μερικά παιδιά με γλωσσική καθυστέρηση, η εξέλιξή τους ακολουθεί τα ίδια στάδια γλωσσικής ανάπτυξης, όπως στα τυπικά παιδιά αλλά με διαφορετικό πιο αργό ρυθμό. Ορισμένα μπορεί να “κολλήσουν” σε συγκεκριμένο στάδιο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να πάνε παρακάτω στο επόμενο. Ωστόσο κάποια παιδιά αναπτύσσουν τη γλώσσα με πολύ διαφορετικό τρόπο, εξαιτίας ειδικών δυσκολιών.

Πριν δούμε τα στάδια ανάπτυξης της γλώσσας, είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε τα ‘’πώς’’ και τα ‘’γιατί’’ της επικοινωνίας.

Γιατί επικοινωνούν οι άνθρωποι;

  1. Για να αιτηθούν/ζητήσουν κάτι: π.χ. μπορείτε να μου δώσετε μερικές πληροφορίες, μπορώ να έχω λίγο χυμό;
  2. Για να διαμαρτυρηθούν για κάτι (να κάνουν ένα παράπονο ή να απορρίψουν κάτι).
  3. Για να χαιρετήσουν κάποιον.
  4. Για να ανταποκριθούν, να επικοινωνήσουν με άλλα άτομα.
  5. Για να ζητήσουν πληροφορίες ή να κάνουν μια ερώτηση. π.χ. τι ώρα πρέπει να είμαι εκεί;
  6. Για να σκεφτούν, να σχεδιάσουν και να λύσουν προβλήματα.
  7. Για να μοιραστούν αισθήματα, ιδέες και ενδιαφέροντα.

Αντίστοιχα και τα παιδιά επικοινωνούν γιατί μπορεί να πεινάνε ή να είναι κουρασμένα ή χαρούμενα, για να ανταποκριθούν σε κάτι ενδιαφέρον (π.χ. τη φωνή της μαμάς), για να διαμαρτυρηθούν ή να αρνηθούν, για να τραβήξουν την προσοχή κάποιου, για να αιτηθούν/ζητήσουν κάτι, για να μας δείξουν κάτι που τους ενδιαφέρει, για να χαιρετήσουν κάποιον, για επίδειξη, για να ακολουθήσουν οδηγίες, για να απαντήσουν σε ερωτήσεις, για να πουν σε κάποιον κάτι, να κάνουν ένα σχόλιο ή για να ρωτήσουν κάτι.

Τα παιδιά είναι ικανά να στείλουν το μήνυμα να επικοινωνήσουν με πολλούς τρόπους .

Στα πρώτα στάδια της γλωσσικής ανάπτυξης η επικοινωνία τους είναι μη λεκτική και περιλαμβάνει ήχους, κινήσεις, βλέμμα, εκφράσεις προσώπου και νοήματα.

Καθώς μεγαλώνουν προχωράνε αρκετά ομαλά από τη μη γλωσσική επικοινωνία στον έναρθρο λόγο, με τη μορφή μεμονωμένων λέξεων αρχικά, συνδυασμό λέξεων και προτάσεων αργότερα. Όταν τα παιδιά αρχίσουν να μιλάνε, τυπικά χρησιμοποιούν ένα συνδυασμό από κινήσεις, νοήματα και λέξεις. Ωστόσο οι λέξεις είναι ο προτεινόμενος και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να επικοινωνήσουν. Παρ’ όλα αυτά η μη λεκτική επικοινωνία πάντα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο.

Ακόμη και ως ενήλικες συνεχίζουμε να επικοινωνούμε σε μεγάλο βαθμό μη λεκτικά. Είναι αδύνατο να επικοινωνήσουμε χωρίς να κουνήσουμε τα χέρια μας, χωρίς να χρησιμοποιήσουμε εκφράσει του προσώπου ή χωρίς να αλλάξουμε τον τόνο της φωνής μας.  

Για να μπορέσουμε λοιπόν να καταλάβουμε τι “λέει” το παιδί μας δεν έχουμε πάρα να παρατηρήσουμε το παιδί για να δούμε τι το ενδιαφέρει, να περιμένουμε για να του δώσουμε την ευκαιρία να επικοινωνήσει αυτό που θέλει και να ακούσουμε προσέχοντας και τα μη λεκτικά στοιχεία για να καταλάβουμε αυτό που θέλει να επικοινωνήσει.