
Ανορεξία
Τι είναι η ανορεξία;
Ο γενικός όρος ανορεξία παραπέμπει κλινικά σε απουσία ή μείωση της όρεξης ως αποτέλεσμα σωματικών ασθενειών ή παρενέργεια θεραπείας. Η ψυχογενής ανορεξία είναι μια διαταραχή με σοβαρές ψυχολογικές και σωματικές συνέπειες. Η κλινική της εικόνα ορίζεται από συγκεκριμένα κλινικά χαρακτηριστικά: τη διαταραχή της εικόνας του σώματος, την εκούσια άρνηση στη λήψη της τροφής και συνήθως, αλλά όχι πάντα, την αμηνόρροια.
Στα πιο προχωρημένα στάδια του υποσιτισμού μπορεί όμως και να παρατηρηθεί μείωση ή ολική απώλεια της όρεξης αλλά και απώλεια ελέγχου και εμφάνιση επεισοδίου υπερφαγίας. Από τον περιοριστικό τύπο ανορεξίας λοιπόν το άτομο συχνά μεταπίπτει στον καθαρτικό, αφού ο κανόνας είναι το υπερφαγικό επεισόδιο να ακολουθείται από καθαρτικές συμπεριφορές, οι συχνότερες από τις οποίες είναι η πρόκληση εμετού και πιο αραιά η χρήση καθαρτικών ή διουρητικών.
Η εμπειρία έχει δείξει ότι στην Ελλάδα τα περιστατικά της ψυχογενούς ανορεξίας εμφανίζονται κυρίως σε δύο ηλικιακές περιόδους. Ως ένα σύνδρομο άρνησης της θηλυκότητας, η έναρξη της οποίας συχνότερα παρουσιάζεται στην εφηβική ηλικία στα πρώτα έτη του Γυμνασίου, όταν το άτομο εμφανίζει δυσκολία με το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, και στο τέλος του Λυκείου, όταν ξεκινάει η φάση της ενηλικίωσης. Η εμφάνισή της σε αυτή τη φάση έχει συνδεθεί με την δυσκολία των εφήβων που νοσούν να φτάσουν στην ολοκλήρωση της ταυτότητάς τους και στην αυτονομία τους.
Πώς μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου να αποκτήσει θετική εικόνα σώματος;
Σε γενικές γραμμές, παρατηρείται περιορισμός και σε ποικιλία και σε ποσότητα, γενικότερα μια έντονη συμπεριφορά ελέγχου απέναντι στη τροφή.
Συνήθως οι ασθενείς αποφεύγουν τα λίπη και τους υδατάνθρακες και γενικά επιλέγουν πολύ συχνά τροφές ανάλογα με τη θερμιδική τους αξία με στόχο η ημερήσια κατανάλωση να είναι η μικρότερη δυνατή. Στην κλινική πράξη όμως η κάθε περίπτωση είναι μοναδική και η κάθε μία/ένας ασθενής έρχεται με τη δική του ιστορία και τις προσωπικές διαμορφωμένες απόψεις και κανόνες περί διατροφής. Επιπλέον η παρασκευή και η κατανάλωση του φαγητού γίνεται με καταναγκαστικό τρόπο, ώστε και πάλι να υπάρχει ο απόλυτος έλεγχος, κυρίως σε σχέση με τη ποσότητα του λαδιού στο γεύμα αλλά και άλλων «απαγορευμένων» συστατικών. Οι περισσότερες μελέτες συνδέουν τη δίαιτα με αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση διαταραχών πρόσληψης τροφής περιοριστικού τύπου.
Η διαταραγμένη εικόνα που έχει το άτομο για το σώμα του είναι από τα πιο βασικά κριτήρια διάγνωσης.
Υπάρχει μια συνεχής ενασχόληση και δυσφορία για το σχήμα και το βάρος του σώματος, το οποίο εκλαμβάνεται ως παχύ και δύσμορφο από την/τον ασθενή. Αυτή η αγωνία λοιπόν ωθεί συχνά τα άτομα να ελέγχουν με επαναλαμβανόμενο τρόπο το σωματικό τους βάρος με το ζύγισμα ή με το να μετράνε τις αναλογίες του σώματός τους με μεζούρα ή με τις παλάμες των χεριών. Ο τρόπος που βλέπει τον εαυτό τους στον καθρέφτη είναι ευμετάβλητος και ο φόβος της πάχυνσης είναι μόνιμα απειλητικός.
Ο υποσιτισμός οδηγεί σε ολική δυσλειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού,
όπου οι εκδηλώσεις εξαρτώνται από το μέγεθος της στέρησης και τη διάρκεια της ανορεξίας. Τα άμεσα στο σώμα αποτελέσματα είναι η υπόταση, βραδυκαρδία, λέπτυνση των τριχών της κεφαλής και γαστρεντερολογικά προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο που συστήνεται η σωματική υγεία και το βάρος του ασθενή να έχουν αποκατασταθεί, σ’ ένα βαθμό τουλάχιστον, κατά προτίμηση πριν την έναρξη της ψυχοθεραπείας ή και παράλληλα με αυτήν. Αυτό προτείνεται γιατί η παρατεταμένη χαμηλή πρόσληψη ενέργειας και συστατικών επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το κεντρικό νευρικό σύστημα. Το άτομο έχει δυσκολία συγκέντρωσης, διαταραχές ύπνου, ευερεθιστότητα, κατάθλιψη.
Σύμφωνα με κάποιες μελέτες υπάρχει μια γενετική ευαλωτότητα στο περιβάλλον όπως η δίαιτα για την εμφάνιση της ψυχογενούς ανορεξίας αλλά σε ένα μεγάλο βαθμό μιλάμε κυρίως για την προσωπικότητα όπου υπάρχει διάχυτη η αίσθηση της αναποτελεσματικότητας, τελειοθηρίας, αρνητικής αυτοαξιολόγησης και συναισθηματικότητας. Επίσης σηματνικό ρόλο μπορεί να παίξουν οι οικογενειακές δυσλειτουργίες και η σχέση με τη μητέρα, αλλά και η προσωπικότητα της ίδιας της μητέρας που μπορεί και η ίδια να πάσχει.
Η αντιμετώπιση της ψυχογενούς ανορεξίας είναι δύσκολη
Απαιτεί προσέγγιση του προβλήματος από διεπιστημονική ομάδα και συνίσταται σε τακτικό ιατρικό έλεγχο και σε ψυχολογική θεραπεία του ασθενούς και της οικογένειας. Στην ψυχογενή ανορεξία η αποτυχία της εξωνοσοκομειακής θεραπείας ή σοβαρές ιατρικές επιπλοκές αποτελούν ένδειξη εισαγωγής στο νοσοκομείο.
Ο ψυχοθεραπευτής πρέπει να συλλέξει πολλές πληροφορίες για να οδηγηθεί στη σωστή διάγνωση και αξιολόγηση μιας σειράς παραμέτρων που, είτε έχουν ιδιαίτερη ψυχολογική σημασία, είτε σχετίζονται με την εκτίμηση των επιπλοκών του υποσιτισμού και των καθαρτικών συμπεριφορών. Προφανώς αυτή η διερεύνηση εξειδικεύεται κάθε φορά ανάλογα με την παρούσα κλινική κατάσταση του/της ασθενούς. Ταυτόχρονα πρέπει με την στάση του να βοηθήσει στην εγκατάσταση μιας σχέσης εμπιστοσύνης όπου η πρόκληση, υποστήριξη και ελπίδα να συνυπάρχουν σαν εξισορροπητικά στοιχεία. Στόχος είναι η αύξηση του κινήτρου για αναγνώριση από το άτομο της ανάγκης να δεσμευτεί σε μια προσπάθεια για αλλαγή με θετικά αποτελέσματα.
Πιο συγκεκριμένα, στους εφήβους, η θεραπεία οικογένειας και συγκεκριμένα το μοντέλο Maudsley είναι η πιο καλά μελετημένη προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία αρχικά οι θεραπευτές εστιάζονται αρχικά στην αποκατάσταση του υποσιτισμού προκειμένου να είναι δυνατή η έναρξη της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, που στοχεύει σε αλλαγές στη ψυχοπαθολογία των ασθενών. Έτσι, γίνεται προσπάθεια να ενισχυθούν οι γονείς και να αναλάβουν αυτοί τον έλεγχο της διατροφής τους παιδιού τους, όπου η διεργασία είναι συμβουλευτική και όχι κατευθυντική. Με την αντιμετώπιση του υποσιτισμού, οι γονείς ενθαρρύνονται να επιστρέψουν σταδιακά τον έλεγχο της διατροφής στο παιδί τους. Σε αυτό το τελευταίο στάδιο της θεραπείας συζητιούνται σημαντικά θέματα, όπως η ανεξαρτητοποίηση, σεξουαλικότητα, ο επαναπροσδιορισμός των σχέσεων μέσα στην οικογένεια. Είναι αξιοσημείωτο να ειπωθεί ότι θεραπεία οικογένειας μπορεί να γίνει και χωρίς τη συμμετοχή της ασθενούς.
Το σώμα μου είμαι εγώ
Για τους ενήλικες ασθενείς υπάρχουν ενδείξεις ότι και η θεραπεία οικογένειας αλλά και η γνωσιακή – συμπεριφορική θεραπεία αλλά και η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία είναι εξίσου αποτελεσματικές.
Η παραπομπή στον διαιτολόγο-διατροφολόγο δεν είναι απλή υπόθεση, γιατί αναδύει αμφιθυμία και φέρνει τον ανορεκτικό ασθενή πιο κοντά στο σύμπτωμα. Η αποκατάσταση των διαστρεβλωμένων απόψεων σχετικά με τα θρεπτικά συστατικά μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα, αργή διαδικασία και με υποτροπές. Οι ασθενείς συνηθίζουν να στιγματίζουν τροφές ως κακές, παχυντικές ή απαγορευμένες, οπότε η εκπαίδευση είναι σημαντική για το ρόλο των τροφών στη λειτουργία του σώματος, καθώς και για την ίδια τη σύσταση του οργανισμού και το ενεργειακό ισοζύγιο. Το εργαλείο του ημερολογίου καταγραφής διατροφής και συναισθημάτων βοηθάει στο να διακρίνεται με τον απαιτούμενο ρυθμό η «στομαχική – σωματική» από τη «στοματική – συναισθηματική» πείνα. Κάθε περιστατικό είναι μοναδικό και η διατροφική όπως και η ιατρική συμβουλευτική ακολουθεί τον ρυθμό και την πορεία της συνολικής ψυχολογικής θεραπείας.
Σε πρόσφατες μελέτες σχετικά με την πορεία της ψυχογενούς ανορεξίας διαπιστώθηκε ότι η καλή σχέση γονέα παιδιού αλλά και η μικρή διάρκεια της νόσου πριν την έναρξη της θεραπείας έχουν θετική επίδραση στη πρόγνωση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι σε 5 έτη παρακολούθησης σχεδόν το 70% των πασχόντων ανέρρωσε από τη ψυχογενή ανορεξία. Αντίθετα, η παρουσία διαταραχών στην ανάπτυξη του παιδιού, η παρουσία υπερφαγικών και καθαρτικών συμπεριφορών, καθώς και η παρουσία καταναγκαστικών στοιχείων προσωπικότητας έχουν αρνητική επίδραση στη πρόγνωση της νόσου. Τέλος, έχει μελετηθεί ότι ο καθαρτικός τύπος της ψυχογενούς ανορεξίας έχει χειρότερη πρόγνωση από τον περιοριστικό.
Συμπερασματικά, είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι η ψυχογενής ανορεξία δεν είναι διατροφικό πρόβλημα ούτε ενσυνείδητη επιλογή αλλά ψυχική πάθηση και ως τέτοια χρειάζεται θεραπεία.
- Φαγητό
- Εικόνα σώματος
- Διατροφικές Διαταραχές
- διατροφή
- δίαιτα
- ανορεξία

